ぶたられる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιδιωματισμός ξεκινώ, αρχίζω (για μάχη, αγώνα, εκστρατεία κ.λπ.)

Κλίση

Παρόν (απλό)
火蓋が切られる
Παρόν (ευγενικό)
火蓋が切られます
Άρνηση (απλή)
火蓋が切られない
Άρνηση (ευγενική)
火蓋が切られません
Παρελθόν (απλό)
火蓋が切られた
Παρελθόν (ευγενικό)
火蓋が切られました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
火蓋が切られなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
火蓋が切られませんでした
Τε-μορφή
火蓋が切られて
Δυνητική
火蓋が切られられる
Προστακτική
火蓋が切られろ
Βουλητική
火蓋が切られよう
Υποθετική (ば)
火蓋が切られれば