灯ともる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ανάβω (π.χ. κερί, λάμπα, ηλεκτρικός λαμπτήρας), φωτίζομαι, καίγομαι

Παραδείγματα

  • 電気でんきが灯ともる。

    Το φως ανάβει.

  • 部屋へやに明あかるいランプが灯ともった。

    Ένα φωτεινό λυχνάρι άναψε στο δωμάτιο.

  • 暗くらい夜道よみちで、遠とおくの家いえの窓まどに灯ともるあかりが唯一ゆいいつの道標みちしるべだった。

    Στον σκοτεινό νυχτερινό δρόμο, το φως που άναβε στο παράθυρο ενός μακρινού σπιτιού ήταν ο μόνος οδηγός.

Κλίση

Παρόν (απλό)
灯る
Παρόν (ευγενικό)
灯ります
Άρνηση (απλή)
灯らない
Άρνηση (ευγενική)
灯りません
Παρελθόν (απλό)
灯った
Παρελθόν (ευγενικό)
灯りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
灯らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
灯りませんでした
Τε-μορφή
灯って
Δυνητική
灯れる
Προστακτική
灯れ
Βουλητική
灯ろう
Υποθετική (ば)
灯れば