きゅうえる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιδιωματισμός επιπλήττω αυστηρά, βάζω στη θέση μου, κάνω έντονες παρατηρήσεις
  2. 02 εφαρμόζω θεραπεία με μόξα στο δέρμα

Κλίση

Παρόν (απλό)
灸を据える
Παρόν (ευγενικό)
灸を据えます
Άρνηση (απλή)
灸を据えない
Άρνηση (ευγενική)
灸を据えません
Παρελθόν (απλό)
灸を据えた
Παρελθόν (ευγενικό)
灸を据えました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
灸を据えなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
灸を据えませんでした
Τε-μορφή
灸を据えて
Δυνητική
灸を据えられる
Προστακτική
灸を据えろ
Βουλητική
灸を据えよう
Υποθετική (ば)
灸を据えれば