わざわいをてんじてふくとなす

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιδιωματισμός μετατρέπω μια συμφορά σε ευτυχία (ιδίως μέσω των δικών μου προσπαθειών), εκμεταλλεύομαι μια πιθανή καταστροφή προς όφελός μου

Κλίση

Παρόν (απλό)
災いを転じて福となす
Παρόν (ευγενικό)
災いを転じて福となします
Άρνηση (απλή)
災いを転じて福となさない
Άρνηση (ευγενική)
災いを転じて福となしません
Παρελθόν (απλό)
災いを転じて福となした
Παρελθόν (ευγενικό)
災いを転じて福となしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
災いを転じて福となさなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
災いを転じて福となしませんでした
Τε-μορφή
災いを転じて福となして
Δυνητική
災いを転じて福となせる
Προστακτική
災いを転じて福となせ
Βουλητική
災いを転じて福となそう
Υποθετική (ば)
災いを転じて福となせば