えんじょう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 τυλίγομαι στις φλόγες, καταστρέφομαι από πυρκαγιά (ειδικά για μεγάλο κτίριο)
  2. 02 καθομιλουμένη ξεσηκώνω θύελλα επικρίσεων στο διαδίκτυο (για άρθρο, ανάρτηση, δήλωση κ.λπ.), γίνομαι στόχος διαδικτυακού λιντσαρίσματος

Κλίση

Παρόν (απλό)
炎上する
Παρόν (ευγενικό)
炎上します
Άρνηση (απλή)
炎上しない
Άρνηση (ευγενική)
炎上しません
Παρελθόν (απλό)
炎上した
Παρελθόν (ευγενικό)
炎上しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
炎上しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
炎上しませんでした
Τε-μορφή
炎上して
Δυνητική
炎上できる
Προστακτική
炎上しろ
Βουλητική
炎上しよう
Υποθετική (ば)
炎上すれば