ρήμα | N2 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 καβουρδίζω, φρυγανίζω, ψήνω, βράζω μέχρι να εξατμιστούν τα υγρά

Κλίση

Παρόν (απλό)
炒る
Παρόν (ευγενικό)
炒ります
Άρνηση (απλή)
炒らない
Άρνηση (ευγενική)
炒りません
Παρελθόν (απλό)
炒った
Παρελθόν (ευγενικό)
炒りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
炒らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
炒りませんでした
Τε-μορφή
炒って
Δυνητική
炒れる
Προστακτική
炒れ
Βουλητική
炒ろう
Υποθετική (ば)
炒れば