あぶ

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα ζεσταίνω (π.χ. τα χέρια μου πάνω από τη φωτιά), στεγνώνω
  2. 02 συνήθως γραμμένο με κάνα φρυγανίζω, ψήνω, ψήνω στη σχάρα, καψαλίζω

Κλίση

Παρόν (απλό)
炙る
Παρόν (ευγενικό)
炙ります
Άρνηση (απλή)
炙らない
Άρνηση (ευγενική)
炙りません
Παρελθόν (απλό)
炙った
Παρελθόν (ευγενικό)
炙りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
炙らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
炙りませんでした
Τε-μορφή
炙って
Δυνητική
炙れる
Προστακτική
炙れ
Βουλητική
炙ろう
Υποθετική (ば)
炙れば