炭酸で割る
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 αραιώνω με σόδα
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 炭酸で割る
- Παρόν (ευγενικό)
- 炭酸で割ります
- Άρνηση (απλή)
- 炭酸で割らない
- Άρνηση (ευγενική)
- 炭酸で割りません
- Παρελθόν (απλό)
- 炭酸で割った
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 炭酸で割りました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 炭酸で割らなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 炭酸で割りませんでした
- Τε-μορφή
- 炭酸で割って
- Δυνητική
- 炭酸で割れる
- Προστακτική
- 炭酸で割れ
- Βουλητική
- 炭酸で割ろう
- Υποθετική (ば)
- 炭酸で割れば
- Υποθετική (たら)
- 炭酸で割ったら
- Επιθυμητική (~たい)
- 炭酸で割りたい
- Απαγορευτική (~な)
- 炭酸で割るな
- Προστακτική (ευγενική)
- 炭酸で割りなさい
- Παθητική
- 炭酸で割られる
- Αιτιατική
- 炭酸で割らせる