ρήμα | N4 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα ανάβω (για λάμπα, καυστήρα κ.λπ.), πιάνω φωτιά, φλέγομαι, αρχίζω να καίγομαι
  2. 02 συνήθως γραμμένο με κάνα τίθεμαι σε λειτουργία (για φως, συσκευή κ.λπ.), ενεργοποιούμαι

Κλίση

Παρόν (απλό)
点く
Παρόν (ευγενικό)
点きます
Άρνηση (απλή)
点かない
Άρνηση (ευγενική)
点きません
Παρελθόν (απλό)
点いた
Παρελθόν (ευγενικό)
点きました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
点かなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
点きませんでした
Τε-μορφή
点いて
Δυνητική
点ける
Προστακτική
点け
Βουλητική
点こう
Υποθετική (ば)
点けば