てんずる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 στάζω, ανάβω, πυροδοτώ, φτιάχνω τσάι

Κλίση

Παρόν (απλό)
点ずる
Παρόν (ευγενικό)
点ずます
Άρνηση (απλή)
点ずない
Άρνηση (ευγενική)
点ずません
Παρελθόν (απλό)
点ずた
Παρελθόν (ευγενικό)
点ずました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
点ずなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
点ずませんでした
Τε-μορφή
点ずて
Δυνητική
点ずられる
Προστακτική
点ずろ
Βουλητική
点ずよう
Υποθετική (ば)
点ずれば