てる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 παρασκευάζω τσάι (μάτσα), τελώ την τελετή του τσαγιού

Κλίση

Παρόν (απλό)
点てる
Παρόν (ευγενικό)
点てます
Άρνηση (απλή)
点てない
Άρνηση (ευγενική)
点てません
Παρελθόν (απλό)
点てた
Παρελθόν (ευγενικό)
点てました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
点てなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
点てませんでした
Τε-μορφή
点てて
Δυνητική
点てられる
Προστακτική
点てろ
Βουλητική
点てよう
Υποθετική (ば)
点てれば