点を稼ぐ
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ιδιωματισμός κερδίζω την εύνοια κάποιου, προσπαθώ να φανώ αρεστός σε κάποιον
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 点を稼ぐ
- Παρόν (ευγενικό)
- 点を稼ぎます
- Άρνηση (απλή)
- 点を稼がない
- Άρνηση (ευγενική)
- 点を稼ぎません
- Παρελθόν (απλό)
- 点を稼いだ
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 点を稼ぎました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 点を稼がなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 点を稼ぎませんでした
- Τε-μορφή
- 点を稼いで
- Δυνητική
- 点を稼げる
- Προστακτική
- 点を稼げ
- Βουλητική
- 点を稼ごう
- Υποθετική (ば)
- 点を稼げば
- Υποθετική (たら)
- 点を稼いだら
- Επιθυμητική (~たい)
- 点を稼ぎたい
- Απαγορευτική (~な)
- 点を稼ぐな
- Προστακτική (ευγενική)
- 点を稼ぎなさい
- Παθητική
- 点を稼がれる
- Αιτιατική
- 点を稼がせる