てんしゅつ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 απεικόνιση, συμπερίληψη σε εικόνα, σκιαγράφηση

Κλίση

Παρόν (απλό)
点出する
Παρόν (ευγενικό)
点出します
Άρνηση (απλή)
点出しない
Άρνηση (ευγενική)
点出しません
Παρελθόν (απλό)
点出した
Παρελθόν (ευγενικό)
点出しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
点出しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
点出しませんでした
Τε-μορφή
点出して
Δυνητική
点出できる
Προστακτική
点出しろ
Βουλητική
点出しよう
Υποθετική (ば)
点出すれば