点綴
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 διασπορά, διάστικτη τοποθέτηση (π.χ. στην ύπαιθρο), στολισμός με διάστικτα στοιχεία
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 点綴する
- Παρόν (ευγενικό)
- 点綴します
- Άρνηση (απλή)
- 点綴しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 点綴しません
- Παρελθόν (απλό)
- 点綴した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 点綴しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 点綴しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 点綴しませんでした
- Τε-μορφή
- 点綴して
- Δυνητική
- 点綴できる
- Προστακτική
- 点綴しろ
- Βουλητική
- 点綴しよう
- Υποθετική (ば)
- 点綴すれば
- Υποθετική (たら)
- 点綴したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 点綴したい
- Απαγορευτική (~な)
- 点綴するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 点綴しなさい
- Παθητική
- 点綴される
- Αιτιατική
- 点綴させる