てん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ενστάλαξη ωτικών σταγόνων, χορήγηση σταγόνων στο αυτί

Κλίση

Παρόν (απλό)
点耳する
Παρόν (ευγενικό)
点耳します
Άρνηση (απλή)
点耳しない
Άρνηση (ευγενική)
点耳しません
Παρελθόν (απλό)
点耳した
Παρελθόν (ευγενικό)
点耳しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
点耳しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
点耳しませんでした
Τε-μορφή
点耳して
Δυνητική
点耳できる
Προστακτική
点耳しろ
Βουλητική
点耳しよう
Υποθετική (ば)
点耳すれば