為
ουσιαστικό, επίρρημα | N4 | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα καλό, πλεονέκτημα, όφελος, ευημερία
- 02 συνήθως γραμμένο με κάνα σκοπός, στόχος
- 03 συνήθως γραμμένο με κάνα συνέπεια, αποτέλεσμα, επίδραση
- 04 συνήθως γραμμένο με κάνα όσον αφορά, σχετικά με, αναφορικά με
Παραδείγματα
-
健康の為に運動します。
Γυμνάζομαι για την υγεία μου.
-
将来の為に、今から貯金を始めます。
Αρχίζω να αποταμιεύω από τώρα για το μέλλον μου.
-
彼の為に良かれと思ってした事が、かえって彼を傷つけてしまった。
Αυτό που έκανα νομίζοντας ότι ήταν για το καλό του, τελικά τον πλήγωσε.