ため

σύνδεσμος | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα για, για χάρη κάποιου, προς όφελος κάποιου, υπέρ κάποιου, εξ ονόματος κάποιου
  2. 02 συνήθως γραμμένο με κάνα εξαιτίας, λόγω