ρήμα, επίθημα, άλλο | N3 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα κάνω, εκτελώ, πραγματοποιώ
  2. 02 συνήθως γραμμένο με κάνα προκαλώ να γίνει, καθιστώ, μετατρέπω σε
  3. 03 συνήθως γραμμένο με κάνα υπηρετώ ως, ενεργώ ως, εργάζομαι ως
  4. 04 συνήθως γραμμένο με κάνα φοράω (ρούχα, έκφραση προσώπου, κ.λπ.)
  5. 05 συνήθως γραμμένο με κάνα κρίνω ως, θεωρώ ως, σκέφτομαι ως, αντιμετωπίζω ως, χρησιμοποιώ ως
  6. 06 συνήθως γραμμένο με κάνα αποφασίζω για, επιλέγω
  7. 07 συνήθως γραμμένο με κάνα γίνομαι αισθητός (για μυρωδιά, θόρυβο, κ.λπ.)
  8. 08 συνήθως γραμμένο με κάνα είμαι (σε μια κατάσταση, συνθήκη, κ.λπ.)
  9. 09 συνήθως γραμμένο με κάνα αξίζω, κοστίζω
  10. 10 συνήθως γραμμένο με κάνα περνάω (για χρόνο), παρέρχομαι
  11. 11 συνήθως γραμμένο με κάνα τοποθετώ ή αναβιβάζω κάποιον σε μια θέση ή κατάσταση
  12. 12 συνήθως γραμμένο με κάνα μεταμορφώνω κάτι σε κάτι άλλο, μετατρέπω κάτι σε κάτι άλλο, ανταλλάσσω κάτι με κάτι άλλο
  13. 13 συνήθως γραμμένο με κάνα χρησιμοποιώ το Α για το Β, θεωρώ το Α ως Β, διαχειρίζομαι το Α σαν να ήταν Β
  14. 14 συνήθως γραμμένο με κάνα αισθάνομαι για κάτι
  15. 15 συνήθως γραμμένο με κάνα επίθημα ρηματική κατάληξη που μετατρέπει ουσιαστικά σε ρήματα
  16. 16 συνήθως γραμμένο με κάνα δημιουργεί ταπεινό ρήμα (μετά από ουσιαστικό με πρόθημα ο ή γκο)
  17. 17 συνήθως γραμμένο με κάνα είμαι έτοιμος να, μόλις αρχίζω να, προσπαθώ να, επιχειρώ να

Κλίση

Παρόν (απλό)
する
Παρόν (ευγενικό)
します
Άρνηση (απλή)
しない
Άρνηση (ευγενική)
しません
Παρελθόν (απλό)
した
Παρελθόν (ευγενικό)
しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
しませんでした
Τε-μορφή
して
Δυνητική
できる
Προστακτική
しろ
Βουλητική
しよう
Υποθετική (ば)
すれば