れる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα γίνομαι, υφίσταμαι (κάτι από κάποιον)
  2. 02 συνήθως γραμμένο με κάνα τιμητικό κάνω, πράττω

Κλίση

Παρόν (απλό)
為れる
Παρόν (ευγενικό)
為れます
Άρνηση (απλή)
為れない
Άρνηση (ευγενική)
為れません
Παρελθόν (απλό)
為れた
Παρελθόν (ευγενικό)
為れました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
為れなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
為れませんでした
Τε-μορφή
為れて
Δυνητική
為れられる
Προστακτική
為れろ
Βουλητική
為れよう
Υποθετική (ば)
為れれば