ゆうする

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 γίνομαι στάχτη, καίγομαι ολοσχερώς

Κλίση

Παρόν (απλό)
烏有に帰する
Παρόν (ευγενικό)
烏有に帰します
Άρνηση (απλή)
烏有に帰しない
Άρνηση (ευγενική)
烏有に帰しません
Παρελθόν (απλό)
烏有に帰した
Παρελθόν (ευγενικό)
烏有に帰しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
烏有に帰しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
烏有に帰しませんでした
Τε-μορφή
烏有に帰して
Δυνητική
烏有に帰できる
Προστακτική
烏有に帰しろ
Βουλητική
烏有に帰しよう
Υποθετική (ば)
烏有に帰すれば