める

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αρωματίζω ρούχα καίγοντας θυμίαμα

Κλίση

Παρόν (απλό)
焚き染める
Παρόν (ευγενικό)
焚き染めます
Άρνηση (απλή)
焚き染めない
Άρνηση (ευγενική)
焚き染めません
Παρελθόν (απλό)
焚き染めた
Παρελθόν (ευγενικό)
焚き染めました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
焚き染めなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
焚き染めませんでした
Τε-μορφή
焚き染めて
Δυνητική
焚き染められる
Προστακτική
焚き染めろ
Βουλητική
焚き染めよう
Υποθετική (ば)
焚き染めれば