焚き火
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 υπαίθρια φωτιά (π.χ. για καύση απορριμμάτων κήπου), φωτιά στην εξοχή, φωτιά κατασκήνωσης
- 02 ανοιχτή εστία (π.χ. σε κουζίνα)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 焚き火する
- Παρόν (ευγενικό)
- 焚き火します
- Άρνηση (απλή)
- 焚き火しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 焚き火しません
- Παρελθόν (απλό)
- 焚き火した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 焚き火しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 焚き火しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 焚き火しませんでした
- Τε-μορφή
- 焚き火して
- Δυνητική
- 焚き火できる
- Προστακτική
- 焚き火しろ
- Βουλητική
- 焚き火しよう
- Υποθετική (ば)
- 焚き火すれば
- Υποθετική (たら)
- 焚き火したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 焚き火したい
- Απαγορευτική (~な)
- 焚き火するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 焚き火しなさい
- Παθητική
- 焚き火される
- Αιτιατική
- 焚き火させる