焚く
ρήμα | N3 | Μετάφραση από JMdict
- 01 καίω, ανάβω (φωτιά)
- 02 θερμαίνω (λουτρό), ανάβω (σόμπα), τροφοδοτώ (λέβητα)
- 03 χρησιμοποιώ (φλας κάμερας)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 焚く
- Παρόν (ευγενικό)
- 焚きます
- Άρνηση (απλή)
- 焚かない
- Άρνηση (ευγενική)
- 焚きません
- Παρελθόν (απλό)
- 焚いた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 焚きました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 焚かなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 焚きませんでした
- Τε-μορφή
- 焚いて
- Δυνητική
- 焚ける
- Προστακτική
- 焚け
- Βουλητική
- 焚こう
- Υποθετική (ば)
- 焚けば
- Υποθετική (たら)
- 焚いたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 焚きたい
- Απαγορευτική (~な)
- 焚くな
- Προστακτική (ευγενική)
- 焚きなさい
- Παθητική
- 焚かれる
- Αιτιατική
- 焚かせる