無ない

επίθετο, άλλο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα ανύπαρκτος, δεν είμαι (εκεί)
  2. 02 αδέσποτος, δεν έχω
  3. 03 μοναδικός
  4. 04 όχι, αδύνατος, δεν θα συμβεί
  5. 05 όχι, δεν
  6. 06 δεν είμαι, δεν έχω

Παραδείγματα

  • 時間じかんが無ないです。

    Δεν έχω χρόνο.

  • まだ宿題しゅくだいが終おわっていない。

    Δεν έχω τελειώσει ακόμα την εργασία μου.

  • 彼かれがそのような発言はつげんをするとは、私わたしには想像そうぞうに難かたくない。

    Μπορώ πολύ εύκολα να φανταστώ ότι θα έλεγε κάτι τέτοιο.

Κλίση

Παρόν (απλό)
無い
Παρόν (ευγενικό)
無いです
Άρνηση (απλή)
無くない
Άρνηση (ευγενική)
無くないです
Παρελθόν (απλό)
無かった
Παρελθόν (ευγενικό)
無かったです
Παρελθόν άρνηση (απλή)
無くなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
無くなかったです
Τε-μορφή
無くて
Υποθετική (ば)
無ければ