無い物は無い
άλλο, επίθετο | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα δεν υπάρχει τίποτα που να μην έχουμε
- 02 συνήθως γραμμένο με κάνα ανύπαρκτος, μη διαθέσιμος, δεν έχουμε ό,τι δεν διαθέτουμε
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 無い物は無い
- Παρόν (ευγενικό)
- 無い物は無いです
- Άρνηση (απλή)
- 無い物は無くない
- Άρνηση (ευγενική)
- 無い物は無くないです
- Παρελθόν (απλό)
- 無い物は無かった
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 無い物は無かったです
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 無い物は無くなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 無い物は無くなかったです
- Τε-μορφή
- 無い物は無くて
- Υποθετική (ば)
- 無い物は無ければ
- Υποθετική (たら)
- 無い物は無かったら