うなる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 χάνομαι (π.χ. αποσκευές), λείπω
  2. 02 εξαντλούμαι, τελειώνω, καταναλώνομαι
  3. 03 εξαφανίζομαι (π.χ. πόνος), χάνομαι (π.χ. όνειρο, αυτοπεποίθηση)

Κλίση

Παρόν (απλό)
無うなる
Παρόν (ευγενικό)
無うなります
Άρνηση (απλή)
無うならない
Άρνηση (ευγενική)
無うなりません
Παρελθόν (απλό)
無うなった
Παρελθόν (ευγενικό)
無うなりました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
無うならなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
無うなりませんでした
Τε-μορφή
無うなって
Δυνητική
無うなれる
Προστακτική
無うなれ
Βουλητική
無うなろう
Υποθετική (ば)
無うなれば