かったことにする

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα διαγράφω κάτι από τη μνήμη μου, προσποιούμαι ότι κάτι δεν συνέβη ποτέ, αφήνω κάτι πίσω μου, συγχωρώ κάτι

Κλίση

Παρόν (απλό)
無かったことにする
Παρόν (ευγενικό)
無かったことにします
Άρνηση (απλή)
無かったことにしない
Άρνηση (ευγενική)
無かったことにしません
Παρελθόν (απλό)
無かったことにした
Παρελθόν (ευγενικό)
無かったことにしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
無かったことにしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
無かったことにしませんでした
Τε-μορφή
無かったことにして
Δυνητική
無かったことにできる
Προστακτική
無かったことにしろ
Βουλητική
無かったことにしよう
Υποθετική (ば)
無かったことにすれば