Ευρετήριο
Σχετικά
Ευρετήριο
Σχετικά
Αρχική
無くして
なくして
無
無
な
くして
σύνδεσμος
|
Μετάφραση από
JMdict
01
συνήθως γραμμένο με κάνα
χωρίς, σε περίπτωση που δεν υπήρχε (ή δεν υπάρχει)