くす

ρήμα | N5 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα χάνω (κάτι)
  2. 02 συνήθως γραμμένο με κάνα ξεφορτώνομαι, εξαλείφω, αφαιρώ, εκριζώνω, καταργώ

Παραδείγματα

  • かぎくした

    Έχασα τα κλειδιά.

  • 大切たいせつなものをくさないようにをつけよう。

    Ας προσέξουμε να μην χάσουμε κάτι πολύτιμο.

  • かれ試合しあいけたことで自信じしんくしてしまったようだ。

    Φαίνεται πως έχασε την αυτοπεποίθησή του επειδή έχασε τον αγώνα.

Κλίση

Παρόν (απλό)
無くす
Παρόν (ευγενικό)
無くします
Άρνηση (απλή)
無くさない
Άρνηση (ευγενική)
無くしません
Παρελθόν (απλό)
無くした
Παρελθόν (ευγενικό)
無くしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
無くさなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
無くしませんでした
Τε-μορφή
無くして
Δυνητική
無くせる
Προστακτική
無くせ
Βουλητική
無くそう
Υποθετική (ば)
無くせば