無くてはならない
άλλο, επίθετο | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα αναγκαίος, απαραίτητος, χωρίς τον οποίο δεν γίνεται
- 02 συνήθως γραμμένο με κάνα οφείλω να κάνω, πρέπει να κάνω
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 無くてはならない
- Παρόν (ευγενικό)
- 無くてはならないです
- Άρνηση (απλή)
- 無くてはならなくない
- Άρνηση (ευγενική)
- 無くてはならなくないです
- Παρελθόν (απλό)
- 無くてはならなかった
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 無くてはならなかったです
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 無くてはならなくなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 無くてはならなくなかったです
- Τε-μορφή
- 無くてはならなくて
- Υποθετική (ば)
- 無くてはならなければ
- Υποθετική (たら)
- 無くてはならなかったら