くなる

ρήμα | N4 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα χάνομαι (π.χ. αποσκευές), λείπω
  2. 02 συνήθως γραμμένο με κάνα εξαντλούμαι, τελειώνω, καταναλώνομαι, μηδενίζομαι, δεν συμβαίνω πια
  3. 03 συνήθως γραμμένο με κάνα εξαφανίζομαι (π.χ. πόνος), χάνομαι (π.χ. ένα όνειρο, η εμπιστοσύνη)

Παραδείγματα

  • お金おかねくなります

    Θα τελειώσουν τα χρήματα.

  • スーパーでパンがくなっていました。

    Στο σούπερ μάρκετ είχε τελειώσει το ψωμί.

  • どんなにつら状況じょうきょうでも、希望きぼうつづけることが、ゆめくならないようにする唯一ゆいいつ方法ほうほうです。

    Όσο δύσκολη κι αν είναι η κατάσταση, το να κρατάς την ελπίδα ζωντανή είναι ο μόνος τρόπος για να μην χαθούν τα όνειρά σου.

Κλίση

Παρόν (απλό)
無くなる
Παρόν (ευγενικό)
無くなります
Άρνηση (απλή)
無くならない
Άρνηση (ευγενική)
無くなりません
Παρελθόν (απλό)
無くなった
Παρελθόν (ευγενικό)
無くなりました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
無くならなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
無くなりませんでした
Τε-μορφή
無くなって
Δυνητική
無くなれる
Προστακτική
無くなれ
Βουλητική
無くなろう
Υποθετική (ば)
無くなれば