無にする
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 αχρηστεύω, ακυρώνω, καταστρέφω (ιδίως την καλοσύνη κάποιου), εξουδετερώνω (τις προσπάθειες κάποιου), σπαταλώ
- 02 αδειάζω, εκκενώνω
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 無にする
- Παρόν (ευγενικό)
- 無にします
- Άρνηση (απλή)
- 無にしない
- Άρνηση (ευγενική)
- 無にしません
- Παρελθόν (απλό)
- 無にした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 無にしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 無にしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 無にしませんでした
- Τε-μορφή
- 無にして
- Δυνητική
- 無にできる
- Προστακτική
- 無にしろ
- Βουλητική
- 無にしよう
- Υποθετική (ば)
- 無にすれば
- Υποθετική (たら)
- 無にしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 無にしたい
- Απαγορευτική (~な)
- 無にするな
- Προστακτική (ευγενική)
- 無にしなさい
- Παθητική
- 無にされる
- Αιτιατική
- 無にさせる