無下
επίθετο, ουσιαστικό, άλλο | Μετάφραση από JMdict
- 01 αναμφίβολα, τελείως
- 02 κάτι που είναι εκτός συζήτησης, κάτι εξωφρενικό, κάτι που δεν μπορεί να αναφερθεί
- 03 το να είναι κάποιος εντελώς κατώτερος, το να είναι κάποιος ανήμπορος
- 04 δυστυχία, αθλιότητα, μια αξιοθρήνητη κατάσταση
- 05 αρχαϊκό σε ακραίο βαθμό, σε τρομερή έκταση