無声化
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 αποηχητικοποίηση, αφώνηση
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 無声化する
- Παρόν (ευγενικό)
- 無声化します
- Άρνηση (απλή)
- 無声化しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 無声化しません
- Παρελθόν (απλό)
- 無声化した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 無声化しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 無声化しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 無声化しませんでした
- Τε-μορφή
- 無声化して
- Δυνητική
- 無声化できる
- Προστακτική
- 無声化しろ
- Βουλητική
- 無声化しよう
- Υποθετική (ば)
- 無声化すれば
- Υποθετική (たら)
- 無声化したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 無声化したい
- Απαγορευτική (~な)
- 無声化するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 無声化しなさい
- Παθητική
- 無声化される
- Αιτιατική
- 無声化させる