がい

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αποτοξίνωση, επεξεργασία (τοξικών αποβλήτων)
  2. 02 εξυγίανση, αποστείρωση

Κλίση

Παρόν (απλό)
無害化する
Παρόν (ευγενικό)
無害化します
Άρνηση (απλή)
無害化しない
Άρνηση (ευγενική)
無害化しません
Παρελθόν (απλό)
無害化した
Παρελθόν (ευγενικό)
無害化しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
無害化しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
無害化しませんでした
Τε-μορφή
無害化して
Δυνητική
無害化できる
Προστακτική
無害化しろ
Βουλητική
無害化しよう
Υποθετική (ば)
無害化すれば