とど

ουσιαστικό | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 χωρίς ειδοποίηση, χωρίς άδεια (π.χ. απουσία)
  2. 02 αδήλωτος, μη καταχωρημένος (π.χ. γάμος, επιχείρηση κ.λπ.)