無ぶ様ざま

επίθετο, ουσιαστικό | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ακαλαίσθητος, άχαρος, αδέξιος, δύσκαμπτος, παρουσιάσιμος, άμορφος, δυσκίνητος, αγροίκος, ακατάστατος

Παραδείγματα

  • 無様ぶざまな姿すがた。

    Αδέξια εμφάνιση.

  • 彼かれの行動こうどうは実じつに無様ぶざまだった。

    Οι ενέργειές του ήταν πραγματικά άχαρες.

  • 人前ひとまえで転ころんでしまった時ときの、あの無様ぶざまな気持きもちは忘わすれられない。

    Δεν μπορώ να ξεχάσω εκείνο το αδέξιο συναίσθημα όταν έπεσα μπροστά σε όλους.