ουσιαστικό, ρήμα | N2 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 για μεγάλο διάστημα έλλειψη επικοινωνίας ή επαφής, αμέλεια συγγραφής επιστολής (τηλεφωνήματος, επίσκεψης κ.λπ.), παράλειψη συγγραφής επιστολής (τηλεφωνήματος, επίσκεψης κ.λπ.), μακρά σιωπή

Κλίση

Παρόν (απλό)
無沙汰する
Παρόν (ευγενικό)
無沙汰します
Άρνηση (απλή)
無沙汰しない
Άρνηση (ευγενική)
無沙汰しません
Παρελθόν (απλό)
無沙汰した
Παρελθόν (ευγενικό)
無沙汰しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
無沙汰しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
無沙汰しませんでした
Τε-μορφή
無沙汰して
Δυνητική
無沙汰できる
Προστακτική
無沙汰しろ
Βουλητική
無沙汰しよう
Υποθετική (ば)
無沙汰すれば