無理押し
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 αναγκαστική επιβολή (π.χ. πρότασης), εξαναγκασμός, άσκηση πίεσης
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 無理押しする
- Παρόν (ευγενικό)
- 無理押しします
- Άρνηση (απλή)
- 無理押ししない
- Άρνηση (ευγενική)
- 無理押ししません
- Παρελθόν (απλό)
- 無理押しした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 無理押ししました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 無理押ししなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 無理押ししませんでした
- Τε-μορφή
- 無理押しして
- Δυνητική
- 無理押しできる
- Προστακτική
- 無理押ししろ
- Βουλητική
- 無理押ししよう
- Υποθετική (ば)
- 無理押しすれば
- Υποθετική (たら)
- 無理押ししたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 無理押ししたい
- Απαγορευτική (~な)
- 無理押しするな
- Προστακτική (ευγενική)
- 無理押ししなさい
- Παθητική
- 無理押しされる
- Αιτιατική
- 無理押しさせる