れいこう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κοινωνική συγκέντρωση χωρίς τυπικότητες, χαλαρή συνάθροιση, εκδήλωση όπου δεν λαμβάνονται υπόψη το κοινωνικό στάτους ή το πρωτόκολλο

Κλίση

Παρόν (απλό)
無礼講する
Παρόν (ευγενικό)
無礼講します
Άρνηση (απλή)
無礼講しない
Άρνηση (ευγενική)
無礼講しません
Παρελθόν (απλό)
無礼講した
Παρελθόν (ευγενικό)
無礼講しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
無礼講しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
無礼講しませんでした
Τε-μορφή
無礼講して
Δυνητική
無礼講できる
Προστακτική
無礼講しろ
Βουλητική
無礼講しよう
Υποθετική (ば)
無礼講すれば