無む縁えん

ουσιαστικό, επίθετο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 άσχετος, ασύνδετος, μη συναφής, αδιάφορος, αποκομμένος, μη έχων καμία σχέση, ξένος προς κάποιον
  2. 02 χωρίς συγγενείς (ιδίως για θανόντα), χωρίς επιζώντες συγγενείς
  3. 03 άσχετος με τις διδασκαλίες του Βούδα, ανίκανος να σωθεί από τον Βούδα

Παραδείγματα

  • 私わたしは彼かれとは無縁むえんです。

    Δεν έχω καμία σχέση μαζί του.

  • 都会とかいの喧騒けんそうとは無縁むえんの静しずかな場所ばしょで暮くらしたいです。

    Θέλω να ζήσω σε ένα ήσυχο μέρος, μακριά από τη φασαρία της πόλης.

  • 生前せいぜんは華はなやかな世界せかいにいたものの、死後しごは無縁仏むえんぼとけとして葬ほうむられたという話はなしを聞きき、人生じんせいの儚はかなさを感かんじました。

    Άκουσα μια ιστορία για κάποιον που, ενώ ζούσε σε έναν λαμπερό κόσμο, θάφτηκε μετά τον θάνατό του ως άταφος, και ένιωσα τη φευγαλέα φύση της ζωής.