ごんフォロー

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 διαδικτυακή αργκό ακολουθώ κάποιον (στα κοινωνικά δίκτυα) χωρίς να στείλω μήνυμα για να συστηθώ

Κλίση

Παρόν (απλό)
無言フォローする
Παρόν (ευγενικό)
無言フォローします
Άρνηση (απλή)
無言フォローしない
Άρνηση (ευγενική)
無言フォローしません
Παρελθόν (απλό)
無言フォローした
Παρελθόν (ευγενικό)
無言フォローしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
無言フォローしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
無言フォローしませんでした
Τε-μορφή
無言フォローして
Δυνητική
無言フォローできる
Προστακτική
無言フォローしろ
Βουλητική
無言フォローしよう
Υποθετική (ば)
無言フォローすれば