無む遅ち刻こく無む欠けっ席せき

άλλο, ουσιαστικό | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 απουσία καθυστερήσεων και απουσιών, πλήρης συνέπεια και προσέλευση (στο σχολείο ή στην εργασία)