無む関かん心しん

επίθετο, ουσιαστικό | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αδιάφορος, ουδέτερος, ψυχρός, αναίσθητος

Παραδείγματα

  • 彼かれは無関心むかんしんです。

    Αυτός είναι αδιάφορος.

  • 私わたしたちの問題もんだいに対たいして、彼かれは無関心むかんしんな態度たいどを示しめしました。

    Έδειξε αδιάφορη στάση απέναντι στα προβλήματά μας.

  • 社会しゃかいの様々さまざまな問題もんだいに無関心むかんしんでいることは、将来しょうらいの世代せだいに負ふの遺産いさんを残のこすことになりかねません。

    Το να παραμένουμε αδιάφοροι απέναντι στα διάφορα κοινωνικά προβλήματα μπορεί να οδηγήσει στο να αφήσουμε ένα αρνητικό κληροδότημα στις μελλοντικές γενιές.