ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 τσιμπολόγημα μεταξύ των γευμάτων, σπάταλες διατροφικές συνήθειες, σπατάλη πόρων
  2. 02 οκνηρή διαβίωση, τεμπέλιασμα στη ζωή

Κλίση

Παρόν (απλό)
無駄食いする
Παρόν (ευγενικό)
無駄食いします
Άρνηση (απλή)
無駄食いしない
Άρνηση (ευγενική)
無駄食いしません
Παρελθόν (απλό)
無駄食いした
Παρελθόν (ευγενικό)
無駄食いしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
無駄食いしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
無駄食いしませんでした
Τε-μορφή
無駄食いして
Δυνητική
無駄食いできる
Προστακτική
無駄食いしろ
Βουλητική
無駄食いしよう
Υποθετική (ば)
無駄食いすれば