がれる

ρήμα, επίθημα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 λαχταρώ, νοσταλγώ
  2. 02 αγαπώ με πάθος
  3. 03 επίθημα κάνω κάτι με ανυπομονησία, κάνω κάτι με αγωνιώδη προσμονή

Κλίση

Παρόν (απλό)
焦がれる
Παρόν (ευγενικό)
焦がれます
Άρνηση (απλή)
焦がれない
Άρνηση (ευγενική)
焦がれません
Παρελθόν (απλό)
焦がれた
Παρελθόν (ευγενικό)
焦がれました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
焦がれなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
焦がれませんでした
Τε-μορφή
焦がれて
Δυνητική
焦がれられる
Προστακτική
焦がれろ
Βουλητική
焦がれよう
Υποθετική (ば)
焦がれれば