ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 καίγομαι και κολλοώ στο σκεύος (π.χ. ρύζι σε κατσαρόλα)
  2. 02 καθίσταμαι ανείσπρακτος (π.χ. χρέος ή δάνειο), γίνομαι ακατάσχετος
  3. 03 παραμένω στάσιμος (π.χ. χρηματιστήριο)

Κλίση

Παρόν (απλό)
焦げ付く
Παρόν (ευγενικό)
焦げ付きます
Άρνηση (απλή)
焦げ付かない
Άρνηση (ευγενική)
焦げ付きません
Παρελθόν (απλό)
焦げ付いた
Παρελθόν (ευγενικό)
焦げ付きました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
焦げ付かなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
焦げ付きませんでした
Τε-μορφή
焦げ付いて
Δυνητική
焦げ付ける
Προστακτική
焦げ付け
Βουλητική
焦げ付こう
Υποθετική (ば)
焦げ付けば