しょうてんわせる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 εστιάζω (σε κάμερα, τηλεσκόπιο κ.λπ. πάνω σε κάτι), προσαρμόζω την εστίαση, φέρνω κάτι σε εστίαση

Κλίση

Παρόν (απλό)
焦点を合わせる
Παρόν (ευγενικό)
焦点を合わせます
Άρνηση (απλή)
焦点を合わせない
Άρνηση (ευγενική)
焦点を合わせません
Παρελθόν (απλό)
焦点を合わせた
Παρελθόν (ευγενικό)
焦点を合わせました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
焦点を合わせなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
焦点を合わせませんでした
Τε-μορφή
焦点を合わせて
Δυνητική
焦点を合わせられる
Προστακτική
焦点を合わせろ
Βουλητική
焦点を合わせよう
Υποθετική (ば)
焦点を合わせれば