きんしょう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 φλεγμονή, ερεθισμός

Κλίση

Παρόν (απλό)
焮衝する
Παρόν (ευγενικό)
焮衝します
Άρνηση (απλή)
焮衝しない
Άρνηση (ευγενική)
焮衝しません
Παρελθόν (απλό)
焮衝した
Παρελθόν (ευγενικό)
焮衝しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
焮衝しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
焮衝しませんでした
Τε-μορφή
焮衝して
Δυνητική
焮衝できる
Προστακτική
焮衝しろ
Βουλητική
焮衝しよう
Υποθετική (ば)
焮衝すれば