ρήμα | N4 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 καίω
  2. 02 ψήνω, φρυγανίζω
  3. 03 ζεσταίνω, θερμαίνω
  4. 04 φτιάχνω (π.χ. κάρβουνο, κεραμικά, τούβλα), ψήνω, καίω
  5. 05 μαυρίζω (στον ήλιο), καίω
  6. 06 εκτυπώνω (φωτογραφία), γράφω (οπτικό δίσκο)
  7. 07 ζηλεύω

Παραδείγματα

  • パンをきます

    Ψήνω ψωμί.

  • 彼女かのじょさかなきました

    Αυτή έψησε ψάρι.

  • なつになったら、日差ひざしではだきたいです。

    Όταν έρθει το καλοκαίρι, θέλω να μαυρίσω στον ήλιο.

Κλίση

Παρόν (απλό)
焼く
Παρόν (ευγενικό)
焼きます
Άρνηση (απλή)
焼かない
Άρνηση (ευγενική)
焼きません
Παρελθόν (απλό)
焼いた
Παρελθόν (ευγενικό)
焼きました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
焼かなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
焼きませんでした
Τε-μορφή
焼いて
Δυνητική
焼ける
Προστακτική
焼け
Βουλητική
焼こう
Υποθετική (ば)
焼けば